Του Γιάννη Γιαμαλάκη, σπουδαστής Αθλητικής δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Ο Μίμης Δομάζος ήταν ένας από τους πιο εμβληματικούς Έλληνες ποδοσφαιριστές, γνωστός για την εξαιρετική του ικανότητα στο γήπεδο και την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό. Ήταν ένας από τους τελευταίους λαμπαδηδρόμους που μετέφεραν τη φλόγα μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο, για την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα. Γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1942 στην Αθήνα, και από μικρή ηλικία έδειξε κλίση στο ποδόσφαιρο. Πέθανε σε ηλικία 83 ετών από ανακοπή καρδιάς στις 24 Ιανουαρίου του 2025.

Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στις αλάνες της περιοχής δίπλα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού και στα 13 του έβγαλε δελτίο στην Άμυνα Αμπελοκήπων, δηλώνοντας ψεύτικη ηλικία για να μπορεί ν’ αγωνίζεται. Ο πατέρας του ήταν υγειονομικός υπάλληλος με καταγωγή από τη Σάμο και η μητέρα του νοσοκόμα μικρασιάτικης καταγωγής. Σύντομα το όνομά του άρχισε ν’ ακούγεται στους ποδοσφαιρικούς κύκλους και προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Παναθηναϊκού. Η ανεπίσημη πρεμιέρα του Δομάζου με τα πράσινα ως δεξί εξτρέμ έγινε σε φιλικό αγώνα εναντίον της ΑΕΚ (0-2) για το Κύπελλο των Χριστουγέννων, που διεξήχθη στις 26 Δεκεμβρίου 1958. Το 1959 ο τότε προπονητής των «πρασίνων», Σβέτισλαβ Γκλίσοβιτς εισηγήθηκε την απόκτησή του, και σε ηλικία 17 ετών μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό.
Η καριέρα του συνέχισε στον Παναθηναϊκό, όπου εντάχθηκε στις ακαδημίες της ομάδας και γρήγορα προήχθη στην πρώτη ομάδα. Από το 1959 έως το 1978, ο Δομάζος αγωνίστηκε με τα χρώματα του Παναθηναϊκού, κερδίζοντας πολλές διακρίσεις και τίτλους. Ήταν γνωστός για την τεχνική του, την ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι και την ηγετική του φυσιογνωμία στο γήπεδο. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Δομάζος βοήθησε τον Παναθηναϊκό να κατακτήσει πολλά πρωταθλήματα και κύπελλα, ενώ το 1971 η ομάδα του έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Εκτός από την καριέρα του σε συλλογικό επίπεδο, ο Δομάζος υπηρέτησε και την εθνική ομάδα της Ελλάδας, συμμετέχοντας σε πολλές διεθνείς αναμετρήσεις. Η εμπειρία και η ποιότητά του τον καθόρισαν ως έναν από τους καλύτερους Έλληνες ποδοσφαιριστές της εποχής του. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ο Δομάζος συνέχισε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο, αναλαμβάνοντας διάφορους ρόλους σε ομάδες και ακαδημίες, μεταφέροντας την εμπειρία και τη γνώση του στις νεότερες γενιές.

Ήταν 50 φορές διεθνής με την Ελλάδα και είχε σημειώσει 4 τέρματα, ενώ για αρκετά χρόνια είχε το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Το ντεμπούτο του με τη γαλανόλευκη φανέλα πραγματοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1959 στο Γήπεδο Απόστολος Νικολαΐδης εναντίον της Δανίας.


Η κληρονομιά του Μίμη Δομάζου παραμένει ζωντανή στο ελληνικό ποδόσφαιρο, και η συμβολή του στην ανάπτυξή του είναι αναμφισβήτητη. Σήμερα θεωρείται μια από τις θρυλικές μορφές του ελληνικού αθλητισμού, με πολλούς να τον αποκαλούν «Νο1» του ελληνικού ποδοσφαίρου.

