Της Βίλμας Μακράκη, σπουδάστρια Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Το δράμα που ζουν καθημερινά οι άστεγοι της Ελλάδας, οι οποίοι μοχθούν για την επιβίωση τους δίχως στέγη κι εργασία, αποτελεί μείζον κοινωνικό πρόβλημα στις μέρες μας. Τα άτομα αυτά προσπαθούν με ποικίλους τρόπους, να κεντρίσουν το ενδιαφέρον μας, με απώτερο σκοπό την οικονομική βοήθεια.
Σε κάθε πολυσύχναστη γωνιά των πόλεων της χώρας μας, συναντάμε γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά τους, ηλικιωμένους, ανήλικα παιδιά η ακόμα και άτομα που κοιμούνται στους δρόμους, τα οποία αναζητούν την βοήθεια μας.
Ο πληθυσμός των αστέγων είναι φύσει ανεξέλεγκτος και ευμετάβλητος καθώς παρουσιάζει συνεχώς ραγδαία αύξηση. Άλλωστε, δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα καμία επίσημη καταμέτρηση από την πολιτεία ή τους αρμόδιους φορείς. Τα άτομα που ζουν δίχως στέγη αναζητούν προσωρινά καταφύγια στα κεντρικά σημεία των πόλεων και πιο συγκεκριμένα σε πλατείες, στοές, πάρκα, στεγασμένους χώρους, δρόμους, στενά και σοκάκια.
Ως δυνάμει άστεγοι, θεωρούνται επίσης όσοι ζουν σε ανεπαρκή καταλύματα, όπως δομές προσωρινής φιλοξενίας, αυτοκίνητα, η εγκαταλελειμμένα σπίτια, γιατί ενώ υπάρχει κάποια στοιχειώδης στέγη, στερούνται το ρεύμα, το νερό και την θέρμανση. Τα άτομα αυτά, όταν σβήνουν τα φώτα της πόλης, στρώνουν- αν είναι τυχεροί- τα αυτοσχέδια κρεβάτια τους, ενώ άλλοι κοιμούνται σε χαρτόνια, κουβέρτες, παλέτες, η στον δρόμο, έχοντας μαζί, τα ελάχιστα υπάρχοντα τους.
Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που ενώ τα βλέμματα των περαστικών είναι πάντα στραμμένα πάνω τους, είναι ελάχιστοι εκείνοι που θα βρεθούν κοντά τους, θα τους βοηθήσουν ή ακόμα και θα συζητήσουν μαζί τους. Τα άτομα αυτά αισθάνονται περιθωριοποιημένα και μη αποδεκτά από την κοινωνία αφού οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας και υποστήριξης προς τους άστεγους από την κεντρική κυβέρνηση αλλά και τους φορείς αυτοδιοίκησης, λόγω της οικονομικής και υγειονομικής κρίσης, διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα.
Οι άστεγοι, συχνά μετονομάζονται σε επαίτες, αφού αναγκάζονται να εκλιπαρούν για μια ισχνή οικονομική βοήθεια από τους πολίτες της χώρας. Το γεγονός αυτό όμως, δεν σημαίνει πως ο κάθε άστεγος είναι επαίτης ή και το αντίθετο. Ωστόσο, οι επαίτες μπορούν να διαχωριστούν σε δύο σημαντικές κατηγορίες:
Σε εκείνους που έχουν πραγματικά ανάγκη για επιβίωση και καλύπτουν στις στοιχειώδης ανάγκες τους με την επαιτεία, παρακαλώντας για χρήματα, τροφή ή για βοήθεια και σε εκείνους που βλέπουν την διαδικασία αυτή σαν επάγγελμα και αποσκοπούν μονάχα στην υλική μορφή του χρήματος, χωρίς να ενδιαφέρονται για οποιουδήποτε άλλου είδους βοήθεια.
Παρόλα αυτά, πέρα από τις δύο βασικές κατηγορίες που προαναφέρθηκαν, η επαιτεία έχει πέντε ακόμα υποκατηγορίες: οι επαίτες-έμποροι, οι επαίτες-τουρίστες, οι επαίτες-απατεώνες, οι επαίτες-ηθικοί αυτουργοί και οι επαίτες-φιλόσοφοι.

Πώς οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τον κάθε επαίτη;
Σε κάθε περίπτωση ένας επαίτης αποζητά την ελεημοσύνη των συνάνθρωπων του. Η βασική και εύκολα αντιληπτή διαφορά όμως, είναι ότι την στιγμή που ένας ανήμπορος επαίτης μπορεί παρακαλάει για λίγη τροφή, ένας άλλος μπορεί να ποδοπατάει την τροφή που του δόθηκε έναντι χρημάτων από ένα πολίτη. Ως προς την συμπεριφορά μας απέναντι στους επαίτες, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι άνθρωποι με κατοχυρωμένα δικαιώματα από την γέννηση τους, οι οποίοι έχουν βρεθεί σε μια δεινή οικονομική κατάσταση.
Για τον λόγο αυτό, οφείλουμε να τους αντιμετωπίζουμε με απόλυτη ισότητα και με σεβασμό. Ο πολίτης έχει την τάση να πιστεύει πως βρίσκεται σε προνομιακή θέση σε σχέση με εκείνη του επαίτη και πολλές φορές συναντώνται περιστατικά βίας και εξύβρισης χαρακτηρίζοντας τους ως εγκληματίες , αγνοώντας το δημοκρατικό πολίτευμα, που προστατεύει κάθε άνθρωπο απέναντι στη βία. Εξάλλου το 2018 καταργήθηκε ο χαρακτηρισμός της επαιτείας ως αδικήματος καθώς η αποποινικοποίηση της εναρμονίζεται με το φιλελεύθερο ποινικό σύστημα, το οποίο θεμελιώνεται στο ισχύον σύνταγμα.
Από την άλλη πλευρά, δεν προβλέπεται από κανένα νόμο η υποχρέωση του πολίτη να στηρίζει οικονομικά έναν επαίτη. Κανένας πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να υποκύψει στον εξαναγκασμό, που επιτυγχάνει ένας επαίτης, με τρόπους που εκφράζουν ποικιλομορφία, όπως την επίδειξη των ίδιων των παιδιών τους ή φωτογραφιών με άτομα της οικογένειας τους ή ακόμα και λέγοντας πως υποφέρουν από κάποια ασθένεια, με μόνο σκοπό να δημιουργήσουν τύψεις στον πολίτη και να τον «αναγκάσουν» να βοηθήσει. Τα γεγονότα αυτά καταπατούν κάθε ηθικότητα και δίκαιο, οπότε οι πολίτες οφείλουν να παραχωρήσουν την εύρεση τρόπων αντιμετώπισης των επαιτών, στο κράτος.
Το κράτος οφείλει να εξαλείψει τα φαινόμενα αυτά κάνοντας ελέγχους σε όλες της περιοχές και αξιολογώντας την οικονομική κατάσταση των επαιτών. Με τη διαδικασία αυτή θα επιτευχθεί η εξακρίβωση των ατόμων των οποίων χρήζουν άμεσης οικονομικής βοήθειας και θα σχεδιαστούν τρόποι για την κοινωνική τους ενσωμάτωση. Έτσι, τα φαινόμενα της επαιτείας και της έλλειψης στέγης, θα εξαλειφθούν σε μεγάλο βαθμό .
Μέχρι τότε, ο κάθε πολίτης πρέπει να αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση με απόλυτο σεβασμό και ισότητα. Έχει το κάθε δικαίωμα να βοηθήσει ως φιλάνθρωπος, αλλά και το κάθε δικαίωμα να μην το κάνει, χωρίς αυτό να κατακριθεί. Το σημαντικότερο απ’ όλα και το γεγονός που θα αποδώσει την ηθική, είναι το να βοηθάει κάποιος επειδή πραγματικά το επιθυμεί και όχι επειδή εξαναγκάζεται να το κάνει.

