Της Χρύσας Βαρούχα, σπουδάστρια Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Διαβάζοντας κάποιος για τα κατορθώματα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, δεν μπορεί παρά να συγκλονιστεί. Τα απανωτά ατυχήματα, η περιπετειώδες του ζωή, όλα πήγαζαν από την ανάγκη του να ζήσει στο έπακρον. Και ενώ ο ίδιος έχει αποκτήσει την φήμη του ως τον άνθρωπο που ήταν παντού παρών, δεν μπορεί κάποιος παρά να αναρωτηθεί πως έβρισκε τον χρόνο όχι μόνο να γράψει, αλλά να έχει στην κατοχή του ένα Nόμπελ λογοτεχνίας και ένα βραβείο Πούλιτζερ.
Γεννήθηκε στις 21 Ιουλίου του 1899 στο Σικάγο. Η οικογένεια του, ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στην τοπική κοινότητα. Οι γονείς του μορφωμένοι και ευκατάστατοι. Ο Χέμινγουεϊ περιέγραψε την περιοχή όπου μεγάλωσε ως μια πόλη με μεγάλες αυλές αλλά μικρά μυαλά. Η μητέρα του μουσικός, τον ανάγκασε να μάθει να παίζει τσέλο, κάτι που ο ίδιος αντιπαθούσε. Ο ίδιος όμως χρόνια αργότερα, παραδέχτηκε πως τα μαθήματα μουσικής που έλαβε τον βοήθησαν στο να γράψει το Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα.
Από μικρή ηλικία φαινόταν ένα παιδί δραστήριο. Ήθελε να είναι συνεχώς έξω. Ο πατέρας του, τον έμαθε να ψαρεύει, να κυνηγά και να μπορεί να επιβιώνει μόνος του σε αντίξοες συνθήκες. Πέρα όμως από την αγάπη του στην άσκηση, του άρεσε πάρα πολύ η δημοσιογραφία. Ενώ είχε ήδη αρχίσει από το λύκειο να γράφει στην σχολική του εφημερίδα, αποφοιτώντας επέλεξε να μην πάει στο κολέγιο αλλά να πάει κατευθείαν σε μια εφημερίδα, την Κάνσας Σταρ. Ταυτόχρονα, έψαχνε να ενταχθεί και στον αμερικάνικο στρατό για τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά όμως από συνεχείς απορρίψεις, λόγω προβλήματος που είχε στο αριστερό του μάτι, εντάχθηκε στον Ερυθρός Σταυρό ως οδηγός ασθενοφόρου. Όλα αυτά σε ηλικία 17 ετών.
Αφού πάτησε το πόδι του σε ένα από τους Γερμανούς κατεστραμμένο και βομβαρδισμένο Παρίσι, λίγο καιρό αργότερα μεταφέρθηκε στην Ιταλία. Τον Ιούνιο και την πρώτη μέρα του στο Μιλάνο του ζητήθηκε να περισυλλέξει τα κομματιασμένα πτώματα εργατριών σε εργοστάσιο πυρομαχικών. Όλα αυτά τα γεγονότα τα περιέγραψε, όπως και πολλά άλλα στα βιβλία που ακολούθησαν μετέπειτα στην ζωή του.

Ο σκληρός τραυματισμός του από βόλια την ώρα που προσπαθούσε να προσεγγίσει στρατιώτες στην πρώτη γραμμή πολέμου, θέλοντας να τους πάει τσιγάρα και σοκολάτες ήταν η πρώτη του ωμή εμπειρία. Ο Χέμινγουεϊ πίστευε, ότι όταν είσαι τόσο νέος σε ένα πόλεμο έχεις την πεποίθηση ότι ο θάνατος δεν θα σε αγγίξει. Έφτασε αρκετές φορές κοντά στο θάνατο, αυτή όμως η εμπειρία ήταν η πρώτη και αυτή που τον καθόρισε πιο πολύ από όλες. Κατά την διάρκεια διαμονής του στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, γνώρισε την κατά εφτά χρόνια μεγαλύτερη του νοσοκόμα, ονόματι Άγκνες, τον πρώτο του μεγάλο έρωτα.
Όταν ο Χέμινγουεϊ επέστρεψε στην Αμερική τον Ιανουάριο του 1919, πίστευε πως η Άγκνες θα τον ακολουθούσε. Λίγους μήνες αργότερα, η Άγκνες, όπως του είπε σε γράμμα της, είχε αρραβωνιαστεί έναν Ιταλό αξιωματικό. Ο Χέμινγουεϊ, λαμβάνει αυτό το γράμμα ενώ βρίσκεται ήδη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Μόλις 20 ετών και έχει γυρίσει από τον πόλεμο τραυματίας. Δεν μπορεί να περιγράψει σε κανέναν το τι πέρασε στο μέτωπό. Δεν ξέρει να τους εξηγήσει πως για 5 μήνες δεν γνώριζε αν οι γιατροί θα τον ακρωτηρίαζαν ή όχι. Είχε βρεθεί μόνος, σε μια χώρα που δεν ήξερε την γλώσσα της. Που δεν είχε κάποιον να του πει αν ζει ή αν πεθαίνει.
Η απόρριψη της Άγκνες τον τρόμαξε. Ήταν ο λόγος που στην μετέπειτα του ζωή έκανε τέσσερις γάμους. Διότι πάντα, ήθελε να χωρίσει πριν τον χωρίσουν. Ο τραυματισμός του σε αυτή την αγνή ηλικία τον έκανε να αναζητά επιπόλαια τον θάνατο σε όλη του τη ζωή. Είχε λατρέψει τον πόλεμο- για τους σωστούς λόγους. Το βιβλίο του Αποχαιρετισμός στα όπλα, περιγράφει το πόσο ασήμαντος είναι. Ενώ το Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα, αναφέρεται στην αδελφότητα που χτίζεται ανάμεσα στους στρατιώτες.
Σαν πολεμικός ανταποκριτής είδε και έμαθε πολλά. Ήταν παρών σε όλες τις πολεμικές συρράξεις της εποχής του. Είδε από κοντά τον Ισπανικό εμφύλιο και καθημερινά έγραφε για αυτά που έβλεπε και τις εντυπώσεις του. Έκανε ανταπόκριση από την Ανατολική Θράκη, την Μικρασιατική καταστροφή, την απόβαση στη Νορμανδία. Μέσα στον πόλεμο όμως λάτρεψε και την τρίτη του σύζυγο, την Μάρθα Γκέλχορν, πολεμική ανταποκρίτρια και η μόνη γυναίκα δημοσιογράφος που βρέθηκε στην απόβαση της Νορμανδίας. Ο Χέμινγουεϊ μπορούσε να περιγράψει με μαεστρία τα γεγονότα, περνώντας στο χαρτί με μεγάλη επιτυχία τις βαρβαρότητες του Πολέμου. Ήταν παρών στην επίθεση των Γιαπωνέζων στην Κούβα, ήταν παρών παντού.
Η Ισπανία και ισπανική κουλτούρα τον μάζεψαν. Λάτρευε τις ταυρομαχίες και άξιο αναφοράς είναι το πως ενώ ανάρρωνε από ένα από τα πολλαπλά ατυχήματα που έπαθε κατά την διάρκειά της ζωής του, ο συγγραφέας ταξίδεψε καταπονημένος, με εγκαύματα για να παρακολουθήσει ταυρομαχίες στη Σαραγόσα. Η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνθηκε πολύ από αυτή του την εξόρμηση και ήταν ο λόγος που δεν μπόρεσε να παραστεί στην τελετή απονομής Νόμπελ στη Σουηδία λίγους μήνες αργότερα το 1954.

Μέχρι και τον θάνατο του, το 1961 του από αυτοχειρία, ο Χέμινγουεϊ είχε κάνει πολλά. Είχε ταξιδέψει σε αρκετές χώρες, όχι μόνο λόγο δουλειάς άλλα και προσωπικής του ανάγκης για εξερεύνηση. Είχε περάσει χρόνια στο εξωτερικό. Ασία, Ευρώπη και Αφρική. Με την επιστροφή του στην Αμερική το 1960, τον είχε κυριεύσει η κατάθλιψη. Ο πατέρας του είχε επίσης αυτοκτονήσει πριν χρόνια. Όταν το έμαθε ο Χέμινγουεϊ δήλωσε πως και αυτός θα έφευγε με παρόμοιο τρόπο.
Ο Χέμινγουεϊ δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ζωή όπως παλιά. Αν και προσπάθησε, κλείστηκε σύντομα σε ψυχιατρική κλινική και έκανε αρκετές φορές σε θεραπείες ηλεκτροσόκ. Αυτό φυσικά δεν τον βοήθησε. Λίγο αργότερα το 1961 και όταν πλέον είχε γυρίσει σπίτι του, πήρε την ίδια του τη ζωή με καραμπίνα.

