Της Εύας Κζούνια, σπουδάστρια Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Δεν χρειάζεται παραπάνω από ένα λεπτό για να κάτσουμε να αναρωτηθούμε ποσό τυχεροί είμαστε ή δεν είμαστε ερχόμενοι σε αυτόν τον κόσμο. Ας κάτσουμε λοιπόν και ας διαπιστώσουμε ποσό τυχεροί πρέπει να νιώθουμε που βιοποριζόμαστε σε μια χώρα η οποία μας αφήνει ελεύθερους να διαλέξουμε τις πολιτικές μας πεποιθήσεις, δεν καταπατά τα δικαιώματα μας και δεν υπάρχει ο φόβος του πολέμου.
Η σημερινή ιστορία, αφορά ένα αγόρι που αναγκάστηκε στα 15 του να αφήσει την χώρα του και τους γονείς του για να μπορέσει να αποκτήσει όλα όσα εμείς θεωρούμε δεδομένα λόγω της Γεωγραφικής μας θέσης. O Mohammed Ghozy που τα τελευταία έξι χρόνια ζει και εργάζεται στην χώρα μας, μας περιγράφει όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε σε ηλικία μόλις 15 ετών στην προσπάθεια του να ζήσει μια ζωή που κανείς δεν μπορεί να καταπατήσει τα θέλω και τα ιδανικά του.
Το προσφυγικό στον πλανήτη είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει πολλές χώρες και κατά κανόνα όσους ανθρώπους είναι μέλη αυτών. Οι πρόσφυγες φεύγουν από τις χώρες τους λόγω πολέμου, περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικής διαφορετικότητας ή άλλων παραβατικών συνθηκών.
Σε όλον τον κόσμο, τουλάχιστον 82,4 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται περίπου 26,4 εκατομμύρια πρόσφυγες. Ανάμεσά τους τα μισά είναι παιδιά.
Είχαμε την ευκαιρία, τη χαρά μάλλον, να μιλήσουμε με έναν πολιτικό πρόσφυγα από την Αίγυπτο ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα του στην τρυφερή ηλικία των 15 ετών. Ο Mohammed Ghozy, που τα τελευταία περίπου έξι χρόνια ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, μας έκανε μια αφήγηση της ιστορίας του και μας διηγήθηκε όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε σε αυτό το ταξίδι του στο άγνωστο.
Ένα βράδυ μιας Πέμπτης, το τότε 15χρονο αγόρι με την βοήθεια των αδερφών του ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια για το νησί της Κρήτης αφήνοντας πίσω του όλη του την ζωή, όλα όσα γνώριζε έως τότε. Αυτές τις 3 ημέρες που χρειάστηκαν για να καταφέρει να φτάσει στην χώρα μας, ο ίδιος του τις περιγράφει πολύ δύσκολες καθώς και εκείνος αλλά και 23 συμπατριώτες που ταξίδευαν μαζί του, ζούσαν κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες διαβίωσης. Παρότι κατάφεραν και έφτασαν στην Ελλάδα, ο Γολγοθάς δεν σταμάτησε εκεί. Όπως ο ίδιος αναφέρει, το πρώτο διάστημα της προσαρμογής ήταν το πιο δύσκολο.
«Όταν έφτασα στην Αθήνα ήμουν μόνος δεν είχα κανέναν. Δεν ήξερα την γλώσσα, δεν είχα λεφτά, δεν είχα κινητό, δεν είχα τίποτα. Για 14 ημέρες κοιμόμουν στις πλατείες, στα παγκάκια. Είδα πάρα πολλά αυτόν τον καιρό. Είδα πολύ βία, πολύ εκμετάλλευση, είδα πράγματα που ένα 15χρονο παιδί δεν πρέπει να βλέπει. Με την βοήθεια του Θεού, βρήκα ένα διερμηνέα που με πήγε σε μια δομή. Τότε έκανα την αίτηση μου για άσυλο και γράφτηκα στο σχολείο».
Οι πρώτοι εννέα μήνες βρήκαν τον Mohammed να διαμένει μαζί με άλλους δέκα σε ένα διαμέρισμα στην Γλυφάδα. Αφιέρωσε τον πρώτο καιρό στο να μάθει την γλώσσα και στο να αναπτύξει τις κοινωνικές του σχέσεις.
«Όταν άνοιξε η Αναπτυξιακή στην Κρήτη μίλησα με την κοινωνικό λειτουργό και της είπα ότι θα ήθελα να φύγω από εκεί και να με πάνε κάπου αλλού. Εκείνη, μου απάντησε πως σε δυο με τρείς μήνες θα έχει βγει το άσυλο μου και θα μπορέσουν να με δεχτούνε, όπως και έγινε. Άνοιγε τότε ένα πρόγραμμα που πρόσφερε σε 4 από μας σπίτι και μερικά λεφτά για να αγοράζουμε τρόφιμα και πράγματα. Μόλις έμαθα πως θα ερχόμουν στην Κρήτη, είπα το ναι. Όταν κατέβηκα στο Ηράκλειο, με υποδέχτηκαν τα παιδιά από το πρόγραμμα και με πήγαν στο σπίτι στο οποίο έμενα μόνος για λίγο διάστημα μέχρι να έρθουν τα άλλα παιδιά. Ωστόσο, δεν ένιωσα ποτέ μόνος. Συνέχεια έκανα παρέα με τα παιδιά από το πρόγραμμα, πηγαίναμε σε εκδηλώσεις, κατεβαίναμε στο κέντρο. Ήταν πολύ ωραία».
Για όσο καιρό το πρόγραμμα ήταν σε ισχύ, ο ίδιος του πήγε σε ελληνικό σχολείο, έκανε φίλους και ξεκίνησε να ζει όπως θα έπρεπε να ζει κάθε παιδί στα 16 του. Αναφέρει, πως οι γνωριμίες αυτές έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη και την προσαρμογή του.
«Με τα παιδιά περνούσα πολύ καλά, ήμουν μέλος μιας οργάνωσης που λεγόταν “Οι άπαιχτοι”, πηγαίναμε βόλτες, είχαμε γραφτεί σε χορούς, πηγαίναμε γυμναστήριο. Πηγαίναμε και στην θάλασσα πολύ συχνά, κάτι πολύ σημαντικό και βοηθητικό για μένα που την φοβόμουν πολύ μετά το ταξίδι. Με έχει βοηθήσει και πλέον κολυμπάω πολύ καλά.
Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, μας ανακοίνωσαν πως πρέπει να φύγουμε από την Κρήτη και να γυρίσουμε στην Αθήνα. Στεναχωρήθηκα πολύ, όλοι στεναχωρηθήκαμε. Ευτυχώς, βρήκα μια ανάδοχη οικογένεια, δυο από τους αγαπημένους μου ανθρώπους, και έμεινα μαζί τους για κάποιο καιρό. Λίγο μετά γνώρισα κάτι παιδιά που με πήραν να δουλέψω μαζί τους στα Ανώγεια. Πήρα μεταγραφή στο σχολείο και ξεκίνησα να δουλεύω εκεί για έναν χρόνο».
Μόλις τελείωσε την δευτέρα λυκείου, με την βοήθεια των γνωστών του άφησε τα Ανώγεια και εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο όπου και αποφοίτησε σε νυχτερινό λύκειο. Μετά το τέλος την ακαδημαϊκής του ως τότε πορείας, ασχολήθηκε με διάφορες δουλειές κυρίως στην εστίαση.
«Μετά το σχολείο έκανα διάφορες δουλειές. Άλλαξα πολλές από αυτές γιατί υπήρχε μεγάλη εκμετάλλευση και καμία από αυτές δεν μου πρόσφερε κάτι μόνιμο. Έμεινα ένα διάστημα χωρίς να δουλεύω, πέρασα μια πολύ δύσκολη περίοδο εκεί στην δεύτερη καραντίνα, ώσπου έπεσα πάνω σε μια αγγελία που ζητούσανε πιτσαδώρο. Τους έστειλα ένα μήνυμα και τελικά με πήρανε. Μου άρεσε πολύ η δουλειά και ήθελα να εξελιχθώ. Για αυτόν τον λόγο, γράφτηκα σε δημόσιο ΙΕΚ Μαγειρικής τέχνης. Λίγο καιρό μετά, μου δόθηκε μια πολύ καλή ευκαιρία σε μια δουλεία στην Αθήνα. Πλέον εργάζομαι σε ένα από τα καλύτερα Ιταλικά εστιατόρια της χώρας και σπουδάζω στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ Μαγειρική Τέχνη. Οι ευκαιρίες βρίσκονται παντού γύρω μας, απλά πρέπει να τις βλέπουμε».
Στην συζήτηση μας, ασχολήθηκε αρκετά μιλώντας μου για το θέατρο στο οποίο φαίνεται να τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη. Μου μίλησε για την θεατρική του ομάδα, για την παράσταση που ανέβασαν, για τους ανθρώπους που γνώρισε και τον βοήθησαν.
«Το θέατρο είναι μια τέχνη που σε κάνει να εκφράζεσαι πιο εύκολα. Σου μαθαίνει να εκφράζεις ,να αγαπάς, να δημιουργείς. Όταν πρώτο ανέβηκα στην σκηνή ήμουν 17 χρονών σε μια παράσταση που είχαμε ανεβάσει με την θεατρική ομάδα που ήμουν τότε. Παίξαμε την “Φρουτοπία”, εγώ ήμουν το ξένο φρούτο, ένας χαρακτήρας που δεν υπήρχε στο αρχικό σενάριο. Το έγραψαν σχετικά με εμένα και την ιστορία μου και το πρόσθεσαν στην ιστορία. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια μου».
Όταν η συζήτηση μας έφτασε στο νησί της Κρήτης, ο ίδιος του πλημμυρισμένος από συναισθήματα περιέγραφε όλες τις όμορφες στιγμές που έχει ζήσει εδώ, τους πολύ σημαντικούς για αυτόν ανθρώπους που γνώρισε και όλες αυτές τις αναμνήσεις που έχτισε.
«Αγαπώ πολύ την Κρήτη, είναι η χώρα μου! Όταν βρίσκομαι στην Κρήτη, δεν αισθάνομαι πότε ξένος. Εκεί μεγάλωσα, εκεί τελείωσα το σχολείο μου, στην Κρήτη πέρασα τα καλύτερα μου χρόνια. Οι άνθρωποι που γνώρισα μου φέρθηκαν τόσο όμορφα, εκεί έμαθα να μιλάω την γλώσσα. Το ότι μετακόμισα λόγω δουλειάς δεν σημαίνει τίποτα , κάποια στιγμή σίγουρα θα επιστρέψω».
Σχετικά με τα όνειρα του και στις σκέψεις του για το μέλλον, αναφέρθηκε στα πλάνα που έχει σχηματίσει και έχει σκοπό να πραγματοποιήσει. Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ο ενθουσιασμός και το πάθος του να πραγματοποιήσει όλα του τα σχέδια σου μεταφέρει ένα μήνυμα αισιοδοξίας και σιγουριάς.
«Το όνειρο μου είναι πολύ μεγάλο και δεν τελειώνει κάπου. Θέλω να εξελιχθώ στην Ιταλική κουζίνα, να μπορέσω να γίνω καλός σεφ, να ταξιδέψω στην Ευρώπη και κάποια στιγμή να καταφέρω να ανοίξω ένα δικό μου ιταλικό εστιατόριο. Ένα μαγαζί, που δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση και άγχος. Τα παιδιά του προσωπικού να περνάνε ωραία και να χαίρονται που δουλεύουν. Δεν μου άρεσε να μου φέρονται άσχημα και για αυτό θέλω να φερθώ όσο καλύτερα γίνεται».
Εκατοντάδες παιδιά αναγκάζονται κάθε χρόνο να αφήνουν τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους, ολόκληρη την ζωή τους. Προσφύγουν με την ελπίδα να κερδίζουν ζωή με αξιοπρεπής συνθήκες και ιδανικά. Μια ζωή δίχως πόλεμο, δίχως διωγμό. Μια ζωή με δικαιώματα. Ας είμαστε λοιπόν επιεικής και ας παίρνουμε δύναμη από τα λόγια αυτού του παιδιού, που θυσίασε τόσα πολλά απλά για να ζήσει όπως του αρμόζει. Ας βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους και ειδικά αυτά τα παιδία, να αποκτήσουν ένα σπίτι.

