Της Βίλμας Μακράκη, σπουδάστρια Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Έφτασε ακόμη μια χρονιά όπου ολόκληρη η Ελλάδα κινείται στους αγχώδεις και απαιτητικούς ρυθμούς των Πανελλαδικών εξετάσεων. «Βασικός στόχος, που διατρέχει όλη τη διαδικασία οργάνωσης των πανελλαδικών εξετάσεων, είναι ένας: η διασφάλιση του αδιάβλητου της διαδικασίας». Μπορεί το σύστημα των Πανελλαδικών να έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως αδιάβλητο, ωστόσο δεν ήταν πάντα έτσι. Τρανή απόδειξη αποτελεί το σκάνδαλο που ξέσπασε το 1979, το οποίο και θεωρείται το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία των εξετάσεων στην Ελλάδα.
Ήταν Ιούνιος του 1979 και συγκεκριμένα παραμονές της εξέτασης των αρχαίων ελληνικών και των μαθηματικών, όταν στις αστυνομικές αρχές έφτασε η πληροφορία ότι κάποια φροντιστήρια μοίραζαν στους μαθητές τους τα θέματα που θα έπεφταν. Μέχρι οι αστυνομικοί να ελέγξουν την εγκυρότητα της φήμης, οι μαθητές εξετάστηκαν κανονικά. Λίγες ώρες αργότερα, οι αρχές προχώρησαν σε συλλήψεις καθώς διαπίστωσαν ότι πράγματι πριν από την εξέταση κάποια παιδιά έδειχναν σε φίλους τους τα θέματα, βέβαιοι ότι επρόκειτο για αυτά που θα έμπαιναν στις εξετάσεις.
Η πολύκροτη υπόθεση διαρροής με κεντρικό πρόσωπο τον γενικό διευθυντή του υπουργείου Παιδείας Γεώργιο Ράμμο το 1979, στιγμάτισε το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων. Τότε, καθώς δεν υπήρχαν τα σημερινά τεχνολογικά μέσα, τα θέματα των εξετάσεων γράφονταν «στο χέρι», μία φορά, δύο ημέρες πριν από την ημέρα της εξέτασης. Πήγαιναν στα σχολεία με περιπολικά και φυλάσσονταν σε χρηματοκιβώτια.

Ο διευθυντής του υπουργείου, που έγραφε τα θέματα, κατάφερε να τα υποκλέπτει με τον εξής τρόπο: κατά την καταγραφή των θεμάτων πίεζε τόσο έντονα το στυλό του ώστε τα θέματα να χαράσσονται στην επόμενη λευκή κόλλα. Σύμφωνα με πηγές της εποχής, η απάτη αποκαλύφθηκε στο μάθημα των Μαθηματικών. Ο Γ. Ράμμος έδωσε -κατόπιν εκβιασμού- τα θέματα σε δύο πρόσωπα, τα οποία τα πούλησαν σε φροντιστήρια της εποχής, τα οποία τα έδωσαν στους μαθητές τους μία ημέρα πριν από την εξέταση. Με τον τρόπο αυτό, διακίνησε τα θέματα των μαθηματικών, της χημείας, της φυσικής και των αρχαίων ελληνικών. Αρχικά, προσπάθησαν να τα πουλήσουν έναντι 1.200.000 δραχμών. Ωστόσο, η τιμή εν τέλει έπεσε στις 150.000.

Σύμφωνα με την μηχανή του χρόνου, η αντιπολίτευση έκανε λόγο για πολιτική ευθύνη, απαιτούσε την παραίτηση του υπουργού παιδείας και την παραπομπή σε δίκη τόσο του ίδιου, όσο και όλων των άμεσα εμπλεκόμενων. Ο υπουργός Βαρβιτσιώτης πράγματι υπέβαλε την παραίτησή του, όμως ο Καραμανλής δεν την έκανε δεκτή. «Δια την κυβέρνησιν δεν υπάρχει θέμα παραιτήσεων υπουργών. Το γεγονός ότι ένας εκπαιδευτικός παρέβη το καθήκον του δεν μπορεί να λάβει πολιτικάς προεκτάσεις», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Εν τω μεταξύ, προγραμματίστηκε η επανεξέταση των μαθημάτων που είχαν γίνει οι διαρροές.
Ο Γεώργιος Ράμμος οδηγήθηκε στον εισαγγελέα με τις κατηγορίες της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου, δωροληψίας κατά συρροή και συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως ενώ τρεις βασικοί συνεργοί κατηγορήθηκαν για ηθική αυτουργία σε παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου και για δωροδοκία. Οι υπόλοιποι 20 ιδιοκτήτες φροντιστηρίων και καθηγητές που παραπέμφθηκαν, κατηγορούνταν για ηθική αυτουργία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος εξ ιδιοτέλειας.
Τον Οκτώβριο του 1979, το υπουργείο Δικαιοσύνης κατέθεσε επίσημη πρόταση τροποποίησης, προκειμένου το αδίκημα της δωροληψίας να τιμωρείται σαν κακούργημα. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1980, το Εφετείο Αθηνών αθώωσε τους 21 από τους 24 κατηγορούμενους. Στον Γεώργιο Ράμμο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5,5 χρόνων, ενώ στους δύο βασικούς συνεργούς του, 3 και 4 χρόνια αντίστοιχα. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά, ο Άρειος Πάγος ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση και η δίκη του πρωτεργάτη του σκανδάλου επαναλήφθηκε. Η τελική του ποινή ανήλθε σε 4 χρόνια και 4 μήνες.
Οι φήμες περί διαρροής θεμάτων ανέκαθεν κυκλοφορούσαν πριν και κατά τη διάρκεια των εξετάσεων. Αλλά πάντα παραμένουν φήμες, αφού ποτέ δεν παρουσιάστηκαν αξιόλογα αποδεικτικά στοιχεία. Έτσι, η μόνη διαρροή θεμάτων στην ιστορία των πανελληνίων εξετάσεων που αποκαλύφθηκε προκαλώντας την ακύρωσή και την επανάληψή τους, ήταν στις 13 Ιουνίου του 1979 – δεκαπέντε μόλις μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

