Του Γιώργου Μανιού, σπουδαστή Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Βγαίνοντας λοιπόν μια εξόρμηση στο Ηράκλειο σου φαίνονται όλα τόσο ίδια τόσο καθημερινά. Με την βοήθεια της μουσειοπαιδαγωγού Στέλλας Μαλλιαράκη όμως, ξεκινήσαμε να βλέπουμε μια άλλη οπτική της πόλης που ζούμε τόσα χρόνια και τελικά δεν ξέρουμε πολλά για αυτήν…
Ξεκινώντας λοιπόν την ξενάγηση μας από τον Χάνδακα, που ήταν το όνομα της πόλης του Ηρακλείου μέσα από τα τείχη τα οποία είχαν χτίσει οι Ενετοί, κάνοντας το Ηράκλειο το ισχυρότερο φρούριο της ανατολικής Μεσογείου το οποίο καταλήγει στο λιμάνι του Χάνδακα. Είχε δύο λιμενοβραχίονες ο μεγαλύτερος από δεξιά είχε τον λεγόμενο «Πύργο του λέοντος», ο οποίος σώζεται έως και σήμερα με το Τούρκικο όνομα Κούλες και ποιο μικρός από αριστερά έτσι πλέον το Ηράκλειο είχε τον μεγαλύτερο τεχνητά λιμένα που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο χαρακτηρίζοντας το ως η «ψυχή της Βενετίας».
Έτσι το Ηράκλειο ως Χάνδακας γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη και συγκέντρωνε τα 2/5 του συνόλου του πληθυσμού της Κρήτης, όλα αυτά μέχρι το 1647 μ.Χ. που ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς. Η πολιορκία κράτησε 22 χρόνια μέχρι την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669 χαρακτηρίζοντας τον ως ο μεγάλος Κρητικός πόλεμος, μετά από αυτό δόθηκαν 12 μέρες διορία στους πολίτες να μαζέψουν ότι υπάρχοντα μπορούν και να αποχωρήσουν.
Μετέπειτα λόγω των συνεχών επαναστάσεων από τους κρητικούς και τα συνεχή αιτήματα για ένωση με το νεοσύστατο κράτος της Ελλάδος, η παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρεί την Κρήτη στην Αίγυπτο το 1830 που την κατείχε μέχρι το 1841. Μετά από κάποια χρόνια το 1856 ισοπεδώνεται το Ηράκλειο από μεγάλο σεισμό, ενώ μετέπειτα το 1897 στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας, και της Ιταλίας καταφτάνουν στο νησί μοιράζοντας την διοίκηση του νησιού. Οι Βρετανοί πήραν το Ηράκλειο, αυτό μη αρεστό στους Τούρκους τους οδήγησε στο να προχωρήσουν σε σφαγές και λεηλασίες, με ένα βρετανικό πλοίο να επεμβαίνει, υποχρεώνοντας τον τούρκικο στρατό να εγκαταλείψει το νησί μια για πάντα και τον Δεκέμβρη του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Πηγαίνοντας στο εσωτερικό του κέντρο του Ηρακλείου παρατηρούμε αν όχι το πιο γνωστό ένα από τα πιο γνωστά σημεία του Ηρακλείου, το σιντριβάνι με τα λιοντάρια, την κρήνη του Μοροζίνι, η οποία φιλοτεχνήθηκε από το Φραγκίσκο Μοροζίνι και εγκαινιάστηκε 25 Απριλίου 1628. Την περίοδο της ενετοκρατίας λειτουργούσε σαν βασική πηγή νερού για τον Χάνδακα το οποίο αντλούσαν από τον Γιούχτα.
Κοσμείται με τέσσερα λιοντάρια από τα οποία αναβλύζει το νερό και οκτώ ημικύκλια που περιμετρικά τους κοσμούνται από αναπαράστασης από το θαλάσσιο βασίλειο εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία. Δυστυχώς η κορυφή του σιντριβανιού που είχε το άγαλμα του Ποσειδώνα (θεού της θάλασσας) έχει καταστραφεί είτε από τους Τούρκους, είτε από σεισμούς.
Το 1847 οι τούρκοι σκέπασαν το μνημείο περιμετρικά βάζοντας μαρμάρινες κολώνες, μετέπειτα το 1900 η κρήνη αποκαταστάθηκε και είναι όπως την γνωρίζουμε έως και σήμερα.
Απέναντι ακριβώς βλέπουμε την βασιλική του Αγίου Μάρκου η οποία ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1239 από τους Βενετούς μετά τις Δ΄ σταυροφορίες κτισμένη στο κέντρο του Χάνδακα, λειτουργούσε σαν ναός και στον προαύλιο χώρο ανακοινώνονταν τα βασιλικά διαγγέλματα κατά.
Κατά την οθωμανική περίοδο γκρεμίστηκε το κωδωνοστάσιο και στην θέση του χτίστηκε ένας μιναρές έκτοτε μετατράπηκε σε τζαμί μέχρι το 1915, μεταγενέστερα το 1924 γκρεμίζεται ο μιναρές και περνάει στην κατοχή της εθνικής τράπεζας και μετά στον Δήμο Ηρακλείου που χρησιμοποιήθηκε σαν κινηματογράφος στην αρχή και μετά σαν χώρος εκθέσεις τέχνης, που αυτό ισχύει και σήμερα.
Τέλος προχωρώντας πιο κάτω στη Λεωφόρο 25ης Αυγούστου βλέπουμε την ενετική Λότζια η οποία στεγάζει σήμερα την δημοτική αρχή του Ηρακλείου. Την περίοδο της ενετοκρατίας ήταν χώρος ευγενών και αρχόντων όπου μαζεύονταν εκεί για να μιλήσουν κυρίως για οικονομικά, εμπορικά και πολιτικά θέματα που αφορούσαν εκείνη την περίοδο.
Κατά την οθωμανική κυριαρχία ήταν έδρα του ανώτατου οικονομικού υπάλληλου, του Τεφτερδάρη και του Γραμματικού της Πόρτας και ενώθηκε με τη διπλανή Αρμερία, στην οποία φυλασσόταν ο οπλισμός τον Ενετών και το κτίριο ονομάστηκε Τσαπενές, όμως το κτίριο αμελήθηκε ενώ είχε υποστεί φθορές από τον σεισμό του 1856 και η βόρεια κάτω πλευρά δίπλα στο οπλοστάσιο, και η νότια πρόσοψη του πάνω ορόφου γκρεμίστηκαν, τα οποία βέβαια αποκαταστάθηκαν αλλά χωρίς το διάκοσμο.
Το 1900 η κρητική πολιτεία προτείνει να αρχαιολογικό μουσείο και ξεκίνησαν η διαδικασίες ανακαίνισης αλλά έμειναν στη μέση γιατί το κτίριο δεν ήταν ασφαλές, και το 1904 το κτίριο κρίνεται ακατάλληλο αρχίζοντας η κατεδάφιση του πάνω ορόφου παρά τις αντιδράσεις της αρχαιολογικής υπηρεσίας.
Το 1905 παραδίδεται στον Δήμο Ηρακλείου για να στεγάσει υπηρεσίες, ενώ το 1915 ξεκίνησε επίσημα η αναστήλωση του κτιρίου από τον Μαξιμιλιάν Ονγκάρο, με τη θεμέλιο λίθο να τοποθετείται στις 12 Ιανουαρίου 1915 και το 1934 παραδίδεται και το κτίριο της οπλαποθήκης στον Δήμο Ηρακλείου.
Μετά από πολλές διακοπές στις εργασίες το ισόγειο της Λότζια κατεδαφίζεται το 1937. Μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου αρχίζουν και πάλι η εργασίες ανοικοδόμησης οι οποίες ολοκληρώθηκαν το 1980 και το 1987 παίρνει το πρώτο βραβείο (Europa Nostra), ως το ποιο καλά αναπαλαιωμένο και συντηρημένο ευρωπαϊκό μνημείο της χρονιάς.

