Ολυμπιακά Ακίνητα: Η «Περηφάνια» που μετατράπηκε σε «Εφιάλτη»

Του Γιώργου Τσουντάνη, σπουδαστής Αθλητικής Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης

Ήταν 5 Σεπτεμβρίου του 1997, όταν ανατέθηκαν στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα, στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004. Η επιτροπή «Αθήνα 2004», αποφασίζει να προχωρήσει σε μόνιμες κατασκευές, διασκορπισμένες σε πολλά μέρη της περιφέρειας Αττικής (π.χ. Γουδί, Γαλάτσι, Ελληνικό κ.α.), που στόχο είχαν να προσφέρουν την καλύτερη, δυνατή εμπειρία στους αθλητές αλλά και για να τα εκμεταλλευτεί στο μέλλον η Πολιτεία και για επόμενες διοργανώσεις. Είκοσι χρόνια μετά, βλέπουμε ότι δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ας δούμε αναλυτικά τι οδήγησε στην εγκατάλειψη των άλλοτε «στολιδιών» της Αθήνας.

Η Αθήνα με την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων, αποκτούσε μία διεθνή απήχηση και ήθελε αυτοί οι Αγώνες να μείνουν αξέχαστοι στον κόσμο που θα παρεβρισκόταν σε αυτούς. Η οργανωτική επιτροπή λοιπόν, με πρόεδρο τη Γιάννα Αγγελοπούλου, είχε κληθεί να αναλάβει το «βάρος» της διοργάνωσης και κάτω από συνθήκες πίεσης για την έγκαιρη πραγματοποίηση των έργων, δημιουργήθηκαν ειδικοί φορείς εκτός συμβατικού συστήματος με σκοπό την «απρόσκοπτη και αποτελεσματική διαχείριση» των μεγάλων σε κλίμακα αλλά και πιεσμένων χρονικά, αναγκών.

Επίσης, οι Ολυμπιακοί Αγώνες 2004 προκάλεσαν την έκτακτη μεταφορά πόρων από προ υπάρχουσες αναπτυξιακές επιλογές σε νέες και, κυρίως, από την περιφέρεια στην μητροπολιτική Αθήνα. Το συνολικό κόστος, που αφορούσε άμεσα στους αγώνες, ανήλθε στα 8,486 δισεκατομμύρια σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους που κατατέθηκαν στη Βουλή.

Μερικά από τα βασικά επιχειρήματα που τροφοδότησαν την κοινή γνώμη υπέρ της διοργάνωσης ήταν «να μπει η Αθήνα στο διεθνή χάρτη», «η ευκαιρία να κινηθούν κάπως τα πράγματα» σε ένα αδρανές μητροπολιτικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το κλίμα, υποτιμήθηκαν ορθολογικότερες απόψεις που αναζητούσαν τρόπους ώστε να επωφεληθεί η πρωτεύουσα από τη διοργάνωση και μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, έχοντας ως άξονα τη συγκρότηση ενός νέου μητροπολιτικού φορέα και τη διαμόρφωση στρατηγικού σχεδίου.

Ο σχεδιασμός των Αγώνων στηρίχθηκε σε δύο βασικούς φορείς που δημιουργήθηκαν για αυτό το σκοπό και κινήθηκαν παράλληλα και αυτόνομα ως προς τα υφιστάμενα κρατικά θεσμικά όργανα σε όλα τα επίπεδα διοίκησης. Ο νόμος 2598/24-3-1998 θεσμοθέτησε δύο βασικούς ad hoc φορείς: Την Εθνική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων και την Οργανωτική Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων (Αθήνα 2004 ΑΕ).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 1999 ψηφίστηκε ένας εκτάκτου χαρακτήρα νόμος για τα Ολυμπιακά Έργα, ο οποίος εισήγαγε ειδικές πολεοδομικές ρυθμίσεις για τις περιοχές και τους δήμους υποδοχής των Ολυμπιακών Έργων, τις διαδικασίες απαλλοτρίωσης και απόκτησης ιδιωτικών/δημόσιων ακινήτων καθώς και τις νέες οργανωτικές/διοικητικές ρυθμίσεις.

Αναμφίβολα, η εν λόγω θεσμική παρέμβαση υποδήλωσε τη ρήξη με τις κανονικές διαδικασίες πολιτικής πρακτικής και σχεδιασμού. Ο νέος νόμος προτάσσει την αδιαμφισβήτητη βαρύτητα του συγκυριακού στόχου, ως προς τους πάγιους τρόπους εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.

Με αυτά και με αυτά, οι Αγώνες του 2004 κατάφεραν να διεξαχθούν με μεγάλη επιτυχία, πράγμα που έκανε περήφανους όλους όσους έβαλαν το «λιθαράκι» τους για αυτό. Όμως, η πλειοψηφία των εγκαταστάσεων που χτίστηκαν για την διοργάνωση των μεγάλων Αγώνων μετά το τέλος τους, έμειναν ανεκμετάλλευτες και ακόμα και σήμερα, έχουν μείνει να σαπίζουν παρατημένες στο «έλεος» του Θεού.

Ορισμένες από αυτές όπως π.χ. τα γήπεδα των Beach Volley στο Φάληρο και τα γήπεδα των Softball, Baseball και Hockey στο Ελληνικό έχουν μείνει ερείπια και αφημένα στη μοίρα τους μέχρι και σήμερα, με το κόστος των έργων του Ελληνικού να ανέρχεται στα 227.000.000 ευρώ.

Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις καθώς, τα κλειστά γήπεδα μπάσκετ του ΟΑΚΑ και των Άνω Λιοσίων έχουν περάσει πλέον στα χέρια των ΚΑΕ ΑΕΚ και Παναθηναϊκού, το κλειστό γήπεδο Γαλατσίου έχει περάσει στο δήμο και γίνονται διάφορες εκδηλώσεις κάθε χρόνο, το γήπεδο Καραϊσκάκη και Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας λειτουργούν υπό την εκμετάλλευση των ΠΑΕ και ΚΑΕ Ολυμπιακού κ.α.

Ας ελπίσουμε, στο μέλλον να υπάρξουν και ακόμα μεγαλύτερες επενδύσεις στα άλλοτε «στολίδια» των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.