Η τελευταία μας συνάντηση με τον Ν. Ψιλάκη…

Του Γιάννη Γιαμαλάκη, σπουδαστής Αθλητικής Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης

Λίγο καιρό πριν τον αδόκητο χαμό του δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκου Ψιλάκη, είχαμε την τιμή να συνομιλήσουμε μαζί του για τις διαφορές των γενεών, για τα βιβλία και το διάβασμα, σε μια συνάντηση που μας έκανε σοφότερους…

Ο Νίκος Ψιλάκης ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας. Είχε τιμηθεί με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο του «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης με το βραβείο των δημοσιογραφικών ενώσεων της Ελλάδας και το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» για την προσφορά του στα Γράμματα. Δυστυχώς  έφυγε από την ζωή στις 2 Νοεμβρίου του 2024 από καρκίνο.

Η συζήτησή μας με τον Νίκο Ψιλάκη, ξεκίνησε μιλώντας μας για τις διαφορές των παιδικών χρόνων του τότε με το σήμερα, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Είναι μία ερώτηση που θα μπορούσε να είναι πολύ εύκολη αλλά εντέλει είναι πολύ δύσκολη γιατί οι εποχές είναι εντελώς διαφορετικές, δεν ξέρω πως είναι σήμερα η ζωή.

Στην ύπαιθρο μεγάλωσα, σε ένα χωριό αποκομμένο με την αγροτική ζωή να αποτελεί το κυριότερο στοιχείο. Λέω συχνά μία επίσκεψη σε ένα σχολείο όπου τα παιδιά με κοιτούσαν σαν εξωγήινο τους έλεγα πόσο χρονών είμαι, ο ένας μου λέει σαράντα ο άλλος πενήντα ο άλλος εξήντα.

Ήμουν νεότερος τότε και τους λέω πιο πολύ μέχρι που φτάσαμε στα χίλια χρόνια και γελούσαν τα παιδιά. Τέλος τους λέω ναι είμαι παραπάνω γιατί οι δουλειές που έκανα στο χωριό μου την δεκαετία του 60 και 70 ήταν ίδιες με την εποχή του Ομήρου. Εμείς μεγαλώσαμε στα χωράφια στα αλάνια και στα αμπέλια. Ο τεχνολογικός πολιτισμός σχεδόν ανύπαρκτος άντε να υπάρχει ένα ραδιόφωνο στο καφενείο και μέχρι εκεί.

Το κύριο μεταφορικό μέσο ήταν το γαϊδουράκι το οποίο παρέμεινε  μέχρι τις αρχές του 90 και βέβαια οι ευκαιρίες για μάθηση ήταν πάρα πολύ λίγες, δεν μπόρεσα να μάθω ξένες γλώσσες όσο ήμουν παιδί, προσπάθησα μετά όσο κατάφερνα τελικά γιατί δεν είχα το παιδικό βίωμα τη στερεή γνώση που αποκτά κανείς. Αυτά τα μαθαίνει από το σχολείο δεν τα ξεχνά ποτέ τα υπόλοιπα μπορεί να διαφύγουν η μοναδική καταφυγή και διασκέδαση μας ήταν τα βιβλία.

Το βιβλίο ήταν η διέξοδος και επειδή είχα ένα προοδευτικό πατέρα τα δώρα του ήταν συνήθως βιβλία, τα πω λοιπόν ότι την μυθολογία που έμαθα παιδί την αγάπησα πολύ, αξιώθηκα να γράψω και ένα βιβλίο που δεν υπήρχε μέχρι τότε την Μυθολογία της Κρήτης ψάχνοντας τα μυστικά των μύθων.

Το άλλο που με βοήθησε που δεν υπάρχει σήμερα ήταν η προφορικότητα. Τότε οι άνθρωποι δεν ήταν απομονωμένη σε ένα τηλέφωνο αλλά μεγάλωναν με τα παιδιά να ακούνε διηγήσεις στα καφενεία που αποτελούσαν ένα στοιχείο μύησης με τις εμπειρίες της κοινότητας οπότε η μεταδίδουσα γνώση ήταν αυτόματη. Ξεκινούσε από τα προϊστορικά χρόνια και έφτασε στις μέρες μας. Πάντα αυτή η πορεία δεν ήταν εύκολη, είναι λίγο δαιδαλώδης, κάτι χάνεται κάτι κερδίζεται κάτι προσθέσετε κάτι κάτι αφαιρείτε. Πάντα όμως κάτι μένει κυρίως η ψυχολογία του ανθρώπου, η ανάγκες του.

Αυτά ήταν πιο έντονα τότε και η μάθηση ήταν ανάγκη για εμάς. Εγώ για να πηγαίνω στο γυμνάσιο έπρεπε να περπατάω 7 χιλιόμετρα το πρωί και 7 χιλιόμετρα το μεσημέρι. Να επιστρέψεις σε ένα διαφορικό δρόμο και να είναι πολύ δύσκολος. Όμως τα καταφέρναμε και ήτανε κέρδος μας, μας έκανε σαν χαρακτήρες πιο δυνατούς πιστεύω. Σήμερα ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι στατικός, πάντα ο άνθρωπος εξελίσσεται και η τεχνική νοημοσύνη δείχνει τα θετικά της όπως και τα αρνητικά της. Το θέμα είναι πως θα μπορέσουμε να το εξελίξουμε.

Τα σημερινά παιδιά τα βλέπω και για αυτό που λυπάμαι είναι η μοναξιά. Στην παρέα μοναξιά, στην κοινωνική αναστροφή μοναξιά . Μιλάω για παιδιά εφηβικής ηλικίας που κρατάνε ένα κινητό και να μην μιλάνε. Είναι θλίβεις γιατί τι κερδίζεις; Ζεις σε ένα κόσμο ψεύτικο. Αυτός ο κόσμος δεν έχει διέξοδο, όταν μεγαλώσεις έτσι θα καταλήξεις. Σε ένα ποίημα μου γράφω για τις χιλιάδες μικρές μοναξιές».

Απαντώντας στο αιώνιο όπως το χαρακτήρισε ερώτημα για το αν ήθελε να είναι έφηβος στη σημερινή εποχή, τόνισε: «Είναι ένα αιώνιο ερώτημα που έχουν απαντήσει ή προσπαθούν να το απαντήσουν ποιητές, λογοτέχνες το εάν ξανακερδίσουν τα νιάτα. Όλοι το θέλουν ακόμα και πουλώντας την ψυχή τους στον διάολο. Εγώ είμαι ευχαριστημένος με αυτό που έχω και κέρδισα στην ζωή και κάθε μέρα μαθαίνω.

Δεν νιώθω μεγάλος νιώθω παιδί που σαν έφηβος διαρκώς είμαι ερωτευμένος με χίλια πράγματα, ερωτεύομαι με αυτό που κάνω κάθε φορά είτε ένα βιβλίο είτε μία φωτογραφία οπότε νιώθω την εφηβεία μέσα μου και έχει αυτό σχέση με το πως αισθάνομαι ι πως νιώθω και το πόσο φιλόδοξος είμαι».

Για το αν οι νέοι πρέπει να ξανασχοληθούν με τα βιβλία και το διάβασμα ο Νίκος Ψιλάκης, ανέφερε: «Με μία λέξη ναι. Δεν ξέρω τι τρόπο μετάδοσης γνώσης δεν μπορώ να φανταστώ καν γιατί σήμερα έχουμε φτάσει μία εποχή που δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι μπορεί να γίνει αύριο. Είναι τόσο απανωτές οι εξελίξεις  που δυσκολευόμαστε ακόμα και την επόμενη μέρα να κυκλοφορήσουμε.

Θεωρώ το βιβλίο είναι βασικό συλλογιστείς του ανθρώπου και τις ταχύτατης εξέλιξής. Ακόμα και παλιότερα όταν ο άνθρωπος ένιωσε την ανάγκη να εκφραστεί μέσω της γραφής από τις πρώτες τοιχογραφίες μέχρι τις περγαμηνές και τα χειρόγραφα βιβλία. Το βιβλίο είναι το βασικότερο κύτταρο του ανθρώπινου πολιτισμού  και το βασικό κύτταρο διάσωσης. Σε ένα μυθιστόρημα μου λέω ότι ο άνθρωπος θέλοντας να έχει σωστή μνήμη.

Φαντάζεσαι έναν άνθρωπο με μνήμη; Θεωρώ το βιβλίο απαραίτητο ακόμα και στην σημερινή εποχή και εάν δεν αυτό το πράγμα που ένα βιβλίο είναι δικό μου και είναι έτοιμο να μου δοθεί να μου προσφέρει πράγματα. Για φαντάσου πως θα ήταν η κοινωνία μας χωρίς λογοτεχνία;».

Ενώ τέλος για αν μπορεί ή μπορέσει στο μέλλον η παράδοση να συνδυαστεί με την τεχνική νοημοσύνη, τόνισε: «Νομίζω πως ναι, η παράδοση δεν είναι ποτέ στατική. Εξελίσσεται και προσαρμόζεται στην κάθε κοινωνία με τις ανάγκες της. Εμπνέει αλλά δεν σημαίνει προσκολλάει στο παρελθόν. Αυτό είναι λάθος, το έχουν καταλάβει λάθος.

Η παράδοση είναι ο πολιτισμός μας αλλά παράδοση σημαίνει εξέλιξη επομένως γιατί να μην την εμπνεύσει. Για αυτό που ανησυχώ είναι η απώλεια της μνήμης της. Όταν φτάσουν οι κοινωνίες να είναι όλες ίδιες δηλαδή ισοπέδωση που αποτελεί ένα βασικό τρόπο υποταγής του ανθρώπινου πολιτισμού. Εγώ θέλω να είναι ανθισμένος πολυεπίπεδος και να μην χάσει ποτέ τις λεπτές αποδόσεις της».