Του Απόστολου Παναγιωτάκη, σπουδαστή Δημοσιογραφίας ΙΕΚ ΑΚΜΗ Κρήτης
Με το τέταρτο κύμα της πανδημίας του COVID-19 να πνέει τα λοίσθια και την ανθρωπότητα να δείχνει σιγά-σιγά σημεία ελέγχου και περιορισμού της ασθένειας, δημιουργείται μια καλή ευκαιρία να κάνει κανείς μια εσωτερική ανασκόπηση.
Μέσα στην ανάπαυλα μεταξύ τέταρτου και πέμπτου κύματος είναι η πλέον κατάλληλη στιγμή να παρατηρήσει κανείς τα κατάλοιπα που αφήνει σε έναν άνθρωπο μια τέτοια παγκόσμια τραγωδία. Ποσό μάλλον δε, όταν τυχαίνει να ζει κανείς σε μια χώρα όπως την Ελλάδα, η οποία χτυπήθηκε από την πανδημία στα πρώτα χρόνια αναπτέρωσης από την οικονομική κρίση.
Τρία ήταν τα κύρια ζημιογόνα χαρακτηριστικά όσων αφορά την ψυχολογία στην πανδημία. Η απομόνωση, η πίεση λόγω περιορισμών και ο φόβος, με το κάθε ένα από αυτά να κυριαρχεί σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, ήταν η προβληματική τριάδα του υπαρξιακού άγχους που ανατάρασσε την καθημερινότητα του κάθε ανθρώπου.

Στις νεαρότερες ηλικίες, η απομόνωση και η καραντίνα ήταν το κύριο χαρακτηριστικό ανισορροπίας. Με τους νεανίες από την πρώιμη νηπιακή ηλικία έως τους φοιτητές που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους ,να στερούνται την ικανότητα της δια ζώσης κοινωνικοποίησης και να αναγκάζονται σε μια στάσιμη, ψυχρή και απρόσωπη μορφή επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικών μέσων, δημιουργήθηκαν προβλήματα αυτοπεποίθησης και έλλειψης κινήτρου.
Δεν ήταν λίγοι οι γονείς που έβλεπαν τα παιδία τους να μην έχουν την ανάγκη να αλλάξουν από τις πιτζάμες τους, αφού όλη τους το πρόγραμμα περιοριζόταν εντός σπιτιού ή δωματίου ολότελα. Φοιτητές που εν μέσω της διαδικασίας δημιουργίας της δικής τους καθημερινότητας αναγκαζόταν να γυρίσουν στο πατρικό σπίτι, καθώς ήταν ευκολότερο και επικερδές να μην διατηρούν δικό τους σπιτικό.
«Ακούω συχνά από τους φοιτητές να λένε ότι φοβούνται πως δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό. Δηλαδή έχουν αρχίσει να σκέφτονται ότι έχουν μπει σε ένα τούνελ, και δεν βλέπουν καθόλου την έξοδο», αναφέρει η κα. Λίλα Καραλή, Προϊσταμένη Τμήματος Περίθαλψης και Κοινωνικών Παροχών, του ΕΛ.ΜΕ.ΠΑ.

Αντίστοιχα, σε οικογενειάρχες πάσης ηλικίας η πίεση λόγω περιορισμών ήταν η μεγαλύτερη μάστιγα. Με την τηλεργασία, για όσους ήταν εφικτό, να δημιουργεί καινούργιες χωρικές και τεχνικές απαιτήσεις, πολλά νοικοκυριά αναγκάστηκαν σε μεταρρυθμίσεις για να μπορέσουν να έχουν την απαιτούμενη απόδοση στην δουλεία τους, μειώνοντας τους ωφέλιμους ελεύθερους χώρους και πόρους για όλη την οικογένεια. Για όσους η τηλεργασία δεν ήταν εφικτή τότε, η αναστολή εργασίας ή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η ανεργία, εξαντλούσε καθημερινά τα οικονομικά και ψυχολογικά αποθέματα.
Επιπροσθέτως, η ύπαρξη παιδιών ή και ηλικιωμένων, αν όχι απλώς η φορτωμένη αυτή καθημερινότητα, ήταν για πολλές οικογένειες η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, προκαλώντας πρωτόγνωρα επίπεδα οικογενειακής έντασης και τριβών μεταξύ των μελών. Τέτοιες εντεταμένες καταστάσεις είναι που οδήγησαν τις περισσότερες τέτοιες οικογένειες στο να πάρουν την απόφαση να επαναπροσδιορίσουν την καθημερινότητα και το μέλλον τους, λύνοντας την συμβίωση τους.
Πιο συγκεκριμένα, παρά τις ήδη αυξημένες τάσεις για διαζύγιο που είχαν προκληθεί λόγω οικονομικής κρίσης, ο αριθμός των διαζυγίων και μηνύσεων για οικογενειακή βία είχε φτάσει σε νέα ύψη την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου 2020. Όπως αναφέρει στα “ΝΕΑ” η δικηγόρος με ειδίκευση στο Οικογενειακό Δίκαιο, Χριστιάνα Πατεραντωνάκη: «στις περιόδους αυτές αναδείχθηκαν ακόμα περισσότερο τα προβλήματα που ήδη υπήρχαν και στις σχέσεις των συζύγων αλλά και στις σχέσεις γονέων-τέκνων. Και αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις είχε σαν αποτέλεσμα όποιες επιμέρους διαφορές υπήρχαν και λειτουργούσαν ανασταλτικά στην επίτευξη συμφωνίας στα πλαίσια ενός συναινετικού διαζυγίου να ξεπεραστούν ταχύτερα, καθώς οι σύζυγοι μπροστά στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν μέσα στην καραντίνα αντιλαμβάνονταν την ανάγκη να τις παρακάμψουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις, προκειμένου να επιταχύνουν τις αναγκαίες διαδικασίες».

Παράλληλα, ο φόβος προσβολής από την καινούργια ασθένεια επηρέασε εντονότερα τις ευπαθείς ομάδες και τους ηλικιωμένους. Μέρα με την μέρα, με τα στατιστικά να μαρτυρούν νέα κρούσματα και θανάτους και τα μέτρα να γίνονται όλο και πιο έντονα και περιοριστικά, λίγοι ήταν αυτοί που απέφυγαν το άγχος της ασφυκτικής πανδημίας. Με τις καθιερωμένες εξετάσεις να μοιάζουν παγίδες μολύνσεων και την ανάγκη περίθαλψης με ρωσική ρουλέτα όλο και περισσότεροι άνθρωποι έπεφταν σε παραίτηση ή πλήρη αποδοχή μιας επερχόμενης μόλυνσης με ό,τι εκείνη θα συνεπαγόταν.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τα δύο κρίσιμα χρόνια της πανδημίας σημειώθηκε αυξητική τάση στην προσέλευση σε θεία μυστήρια καθώς ήταν ένας από τους πλέον αποτελεσματικότερους τρόπους να κατευναστεί κανείς από τον τρόμο με έναν πιο συλλογικό τρόπο. Αντίθετα, ένα από τα μεγαλύτερα αποτελέσματα της εξάπλωσης του φόβου στην πανδημία είναι η διχόνοια που προέκυψε μεταξύ εμβολιασμένων και αντι-εμβολιαστών. Οι δυο παρατάξεις τάσσονται σε αντίπαλα στρατεύματα έως και σήμερα, αγνοώντας ότι οι φιλοσοφίες και των δύο, προκύπτουν από την ίδια ανάγκη για κανονικότητα.

Ωστόσο, αν και η πανδημία εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα στην παγκόσμια ψυχολογία, οφείλει κανείς να παραδεχτεί ότι, όπως όλες οι περίοδοι έντονης αναταραχής στην παγκόσμια ιστορία, έχει αφήσει και θετικά αποτελέσματα.
Μέσα σε αυτήν την περίοδο, πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν να έχουν ανάγκη να εμπλουτίσουν τις επαγγελματικές τους ικανότητες, να κάνουν εσωτερική ανασκόπηση, ή να έρχονται αντιμέτωποι με επιλογές που εν τέλει έχριζαν αλλαγής. Αν μη τι άλλο, η πανδημία αυτή αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις που ανάγκασε τον κόσμο να εξελιχθεί και να επιβιώσει. Όπως αναφέρει η κα. Καραλή: «Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το τι θα αφήσει η πανδημία. Μπορεί το αποτύπωμα που θα αφήσει σε ορισμένα σημεία να είναι πολύ θετικό και να μην μπορούμε τώρα να το προβλέψουμε».

